Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

6.1 Ποιήματα με ζωγραφιές σε μικρά παιδιά (Λίμερικ)






Λίμερικ 2010


Λίμερικ 2012


Λίμερικ 2015
Μια αυλή όλο λουλούδια
και με χίλια δυο καλούδια,
είχε μέσα ένα δέντρο
που ήταν ακριβώς στο κέντρο,
με πουλιά που λεν τραγούδια.

Κάποτε ήτανε ένα παιδί
από χώρα μακρινή,
που ήθελε να κάνει φίλο
ένανε ψωριάρη σκύλο,
το καημένο το παιδί!

Ήταν ένας κύριος στο Λονδίνο
που ήθελε να πάει στο Πεκίνο,
αλλά δεν πήγε ποτέ
γιατί τον διέκοψε ο ΟΤΕ,
κι έμεινε για πάντα στο Λονδίνο.

Ήτανε μια μύγα μαύρη
που γυρνούσε στο σκοτάδι
κι έψαχνε να βρει τροφή
ώσπου της βγήκε η ψυχή
κι έπεσε κάτω σαν μικρή Τερέζα.

Ήτανε ένα αγοράκι
που ΄χε φάει σοκολατάκι.
Η μαμά του το σκουπίζει
μα αυτό δεν καθαρίζει,
κι έμεινε μια μουτζούρα στο μουτράκι.

Ο Μήτσος πήγε στη Βουλγαρία
να συναντήσει την κυρα-Μαρία.
Αυτή του δίδαξε πάρα πολλά
μα αυτός θυμόταν μόνο τα αυγά
που του τηγάνισε η κυρα-Μαρία.

Ένα κάρο φορτωμένο
κι ένα άλογο θλιμμένο
πάει να βγει στην ανηφόρα
χωρίς να πάρει φόρα
και κλάταρε το καημένο!

Ήταν ένα κακό σκυλί
από την Αργεντινή,
που 'θελε μόνο να δαγκώνει
χωρίς ποτέ να μετανιώνει.
Τόσο άτιμο σκυλί!

Ήταν ένας νεαρός από την Ισπανία
που είχε γεννηθεί στην Αλγερία.
Ληστής έλεγε θα γίνει όταν μεγαλώσει
και στην τηλεόραση το είχε δηλώσει!
Αλλά τον έπιασε αμέσως η αστυνομία.

Ήταν ένας νέος στην Ελλάδα
που έφαγε μια μέρα πολύ φάβα!
Όμως του 'κατσε βαριά
και του πόνεσε η κοιλιά.
Αχ, πώς μύριζε μετά η τουαλέτα!!!


Ένας άντρας απ’ τη Μάνη
με το νου του τρέλες βάνει,
κι έφτιαξε ένα μπαλόνι
που είχε και τιμόνι,
ο άντρας ο τρελός απ’ τη Μάνη.

Ήταν ένας μάγειρας από την Τοσκάνη
που έψαχνε να βρει καλό τηγάνι.
Μα δεν κατάφερε να βρει
κι έζησε ζωή πικρή,
ο άμοιρος ο μάγειρας από την Τοσκάνη.

Ήταν μια γριά από τη Βουδαπέστη
που ήθελε να πάει στο Βουκουρέστι,
μα μέχρι να ετοιμαστεί
είχε κιόλας κουραστεί,
κι έχασε την πτήση για Βουκουρέστι.

Ήταν ένας άντρας απ’ το Άμστερνταμ
που ήθελε να δει τη Νοτρ Νταμ,
κι ενώ τα εισιτήρια είχε κλείσει
ακυρώθηκε η πτήση για Παρίσι,
κι έκανε βόλτες στα κανάλια του Άμστερνταμ.

Ήταν μια μπουγάδα
απλωμένη στη λιακάδα,
μα έπιασε μια βροχή
και την πλύναμε από την αρχή,
τη μπουγάδα στη λιακάδα.

Μια κοπέλα από την Κρήτη
ετοιμαζόταν να πάει στο Παρίσι.
Ξέχασε όμως τη βαλίτσα της,
μαζί με την κουκλίτσα της,
και δεν είχε ρούχα και κουκλίτσα στο Παρίσι.

Ήταν ένας κύριος από τη Ρώμη
που ήθελε να φάει πίτσα πεπερόνι.
Κι έφαγε τον κόσμο να τη βρει,
μα από την πείνα την πολλή,
έμεινε νηστικός στη Ρώμη.

Ήταν ένας γορίλας τριχωτός
σε μια ζούγκλα χωρίς φως.
Μπανανόφλουδες πετούσε
και στη ζούγκλα τριγυρνούσε,
εκείνος ο τριχωτός γορίλας.

Ήταν ένας ηγεμόνας
που όμως ήταν αλαζόνας.
Κανείς δε του ’λεγε «γεια»
εκτός από τη δική του τη γιαγιά,
αυτού του αλαζόνα ηγεμόνα.

Η κομμώτρια η Ευαγγελία
ήθελε να πάει στην Αγγλία,
να κουρέψει τη Μερόπη
και να φύγει στην Ευρώπη,
η κομμώτρια που τη λέγανε Ευαγγελία.

Ήταν ένα αστέρι λαμπερό
ψηλά στον ουρανό.
Είχε έναν αδερφό κομήτη
με μια μεγάλη μύτη,
το αστέρι το λαμπερό στον ουρανό.

Πήγε ο Γιώργος στη Γαλλία
και πείραζε μια κυρία.
Της έλεγε αυτός: «Έχεις ωραία μάτια!»
κι αυτή του απαντούσε: «Άι στα κομμάτια!»,
του Γιώργου στη Γαλλία η κυρία.

Ο Κώστας χθες στο μάθημα
είχε μια σπανακόπιτα,
που τη λαχταρούσε
γιατί πολύ πεινούσε,
ο Κώστας με τη σπανακόπιτα.

Ήτανε μια γριά από το Βόλο
που διάβαζε τον κόσμο όλο,
μέχρι που ’ρθε ένα βράδυ
κι έπεσε πολύ σκοτάδι,
και δε διάβαζε τώρα η γριά στο Βόλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου